" ΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΜΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΑΠΟ ΩΡΑ 09:00 π.μ. ΕΩΣ 04:00 μ.μ. ''

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Επαχτίτικο Παζάρι


150 χρόνια ιστορίας
Η εμποροπανήγυρη της Ναυπάκτου είναι θεσμός που ακολούθησε εξελικτική πορεία στη διαδρομή του χρόνου. Σιγά-σιγά στήθηκε το σκηνικό της, δεδομένου ότι η Ναύπακτος κατείχε και κατέχει κομβική θέση στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Ελλάδας, με τη διασταύρωση συγκοινωνιακών αρτηριών και με το λιμάνι της παλαιότερα.
Η επιλογή του χρόνου τέλεσής της, η 26η Οκτωβρίου, δεν είναι τυχαία. Συνδέθηκε με την εορτή του πολιούχου της πόλης Αγίου Δημητρίου και εξαρχής καθιερώθηκε ως «Επαχτίτικο Παζάρι».
Σε αγρό στην περιοχή Κεφαλόβρυσο εγκαθίσταται για πρώτη φορά η Εμποροπανήγυρη τον Οκτώβριο του 1867, γράφοντας έκτοτε ιστορική διαδρομή 150 περίπου χρόνων μέχρι σήμερα.
Τα ιστορικά, λαογραφικά και πολιτιστικά στοιχεία, αλλά και τα ευτράπελα που καταγράφονται στην υπεραιωνόβια διαδρομή του Παζαριού της Ναυπάκτου, αλιεύσαμε από το βιβλίο των Γιάννη Βαρδακουλά, Θωμά Παναγιωτόπουλου και Γιάννη Χαλάτση, με τίτλο «Το Επαχτίτικο Παζάρι».

Tο ιστορικό…

Μετά την απελευθέρωση της πόλης από τον Οθωμανικό ζυγό, στις 18 Απριλίου 1829, εγκαταστάθηκαν σ' αυτή οικογένειες Σουλιωτών, μεταξύ των οποίων και η οικογένεια του Νικολού Τζαβέλλα, ο οποίος με τον νεότερο αδελφό του Κίτσο διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο κατά την απελευθέρωσή της. 
Για την εποίκιση αυτή των Σουλιωτών στην πόλη ακολούθησαν μακρές συζητήσεις και αποφάσεις, λόγος ίσως για τον οποίο, πιεζόμενοι και από την ανάγκη, προχώρησαν μόνοι τους στην αυτοδίκαιη κατάληψη εθνικών κτημάτων, για την αποκατάστασή τους, με αποτέλεσμα διενέξεις με τους ντόπιους κατοίκους και παρατεταμένη απειλή εμφύλιας σύγκρουσης.
Έτσι, ο Νικολός Τζαβέλλας, αργότερα δήμαρχος του Δήμου Ναυπακτίδος, βρέθηκε, να έχει στην κατοχή του, μεταξύ των άλλων, και ένα αγρό, στη θέση Κεφαλόβρυσο, έκτασης μέχρι εννέα στρεμμάτων. 
Σ' αυτό το χώρο εγκαταστάθηκε για πρώτη φορά η Εμποροπανήγυρη τον Οκτώβριο του 1867, όπως το πληροφορούμεθα από την αναφορά του ιδίου δημάρχου προς το Υπουργείο. 
Δεν υπάρχουν στοιχεία, που να ομολογούν, πώς συ­στήθηκε η Εμποροπανήγυρη. 
Στο αρχείο του Δήμου Ναυ­πάκτου υπάρχουν στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι, με το κανονιστικό διάταγμα της 22 Σεπτεμβρίου 1888, που το συνυπογράφουν με πρόταση του Υπουργού Εσω­τερικών Χ. Τρικούπη και οι Γ. Θεοτόκης, Δ. Βουλπιώτης, Σ. Δραγούμης και Π. Μανέτας  καταργή­θηκε η Εμποροπανήγυρη και ακόμη ότι, μετά από αίτηση του Δημοτικού Συμβουλίου ανασυστή­θηκε αυτή με το Διάταγμα της 13/9/1959 . 
Κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα 1888 - 1959 και για μερικά χρόνια επιβεβαιώνεται η μη τέλεση της Εμποροπανήγυρης, κατά το πλείστον στις πολεμικές περιόδους, ιδιαίτερα δε κατά τα χρόνια της γερμανοϊταλικής κατοχής 1941 - 1945. 
Ειδικότερα, το Δημοτικό Συμβούλιο, κατά το 1918, λαμβάνοντας υπόψη την επεί­γουσα διαταγή του Υπουργείου Εσωτερικών, ματαίωσε για λόγους υγείας την Εμποροπανήγυρη της χρονιάς εκείνης, από την επιδημία της γρίπης. 
Η Εμποροπανήγυρη ήταν συνδεμένη με την εορτή του πολιούχου της πόλης Αγίου Δημητρίου. 
Πρέπει ακόμη να σημειωθεί, ότι από την έναρξή της, ως χώρος τέλεσής της, είχε καθιερωθεί ο στον ανατολικό οικισμό της πόλης κείμενος και μετέπειτα πλατεία Τζαβελλαίων αγρός, ενώ από το 1996 μεταφέρθηκε ανατολικότερα και μάλιστα στις δύο όχθες του χειμάρρου Σκα, και από το 1999 στη διαμορφωμένη από προσχώσεις έκταση στο ανατολικό τμήμα του Γριμπόβου και πλησίον στις εκβολές του Σκα, που έχει κατάλληλα διαμορφωθεί με τη φροντίδα του Δήμου. 
Την ευθύνη για την οργάνωση της Εμποροπανήγυρης έχει, από την ίδρυσή της, η Τοπική Αυτοδιοίκηση. Στην αρχή ο Δήμος Ναυπακτίδος, στον οποίο υπάγονταν, εκτός από την πόλη, και τα γύρω χωριά, αργότερα η Κοινότητα Ναυπάκτου, εκεί στα χρόνια του Μεσοπολέμου, και τώρα ο Δήμος Ναυπακτίας.

Οι προετοιμασίες για το πανηγύρι…

Οι προπαρασκευαστικές εργασίες άρχιζαν αρκετές ημέρες πριν την έναρξη. 
Η εξεύρεση του αναγκαίου χώρου, η κατασκευή της παράγκας και η μεταφορά των εμπορευμάτων απαιτούσαν το σχετικό χρόνο. Τότε η μεταφορά γινόταν με το πλοίο της γραμμής, που περνούσε δυο-τρεις φορές την εβδομάδα ακολουθούσε η εκφόρτωση σε καΐκια και στη συνέχεια η εκφόρτωση στην αποβάθρα και η μεταφόρτωση, κι από εκεί οι μεταφορτώσεις στα κάρα για να καταλήξουν στον προορισμό τους. Όλες αυτές οι γραφικές εικόνες έχουν εκλείψει. Και όλο αυτό το προ- πανηγυριώτικο χρονικό διάστημα ο πληθυσμός της πόλης παρακολουθούσε τη συνεχιζόμενη εορταστική αλλαγή, ιδιαίτερα μάλιστα οι νέοι που, μη έχοντες καμία άλλη ψυχαγωγία, συνωστίζονταν στο χώρο της πανήγυρης όπου η σκοποβολή, η λοταρία και κάποια γλυκίσματα -συνήθως το μαλλί της γριούλας και τα κοκοράκια της κανέλλας στο καλαμάκι- έδιναν συνήθως τα βράδια τον εορταστικό τόνο πριν ακόμη απ' την επίσημη έναρξη της Εμποροπανήγυρης, που τη φώτιζαν οι κρεμασμένες λάμπες και οι ασετιλίνες.  
Ύστερα και οι ντόπιοι, οι νοικοκυρές καθάριζαν τα σπίτια τους, γυάλιζαν τα χαλκώματα, άσπριζαν τις αυλές, έστρωναν το σπίτι ρε τα χειμωνιάτικα «κιλίμια» και τους διαδρόμους και τις σκάλες ρε τα στενόμακρα, πλουμιστά κουρέλια, κρεμούσαν στους τοίχους τις «πάντες», ετοίμαζαν τα γλυκά τους -σταφύλι του κουταλιού με αρμπαρόριζα, κυδώνι, αμύγδαλο κομμένο, το ρεβανί και τον καθιερωμένο για τα παιδιά χαλβά του κουταλιού- έβγαζαν από τις ντουλάπες τα χειμωνιάτικα ενδύματα, γιατί συνήθως άρχιζαν οι βροχές και τα πρώτα κρύα.  
Τις ημέρες του Παζαριού όλα τα σπίτια της πόλης γιόρταζαν, με ανοιχτές τις πόρτες, «με στρωμένο τον καναπέ και το γλυκό στην κούπα», όπως το απεικονίζει ο στίχος του επαχτίτη ποιητή Γ. Αθάνα.

Η Ζωοπανήγυρη…

Η ζωοπανήγυρη, άγνωστο από πότε, μεταφέρθηκε στην περιοχή του Γριμπόβου, όπου και την ακολούθησαν οι μικροπωλητές των απαραίτητων για τα νέο- αγοραζόμενα μεγάλα ζώα, όπως σαμάρια, καπίστρια, γκέμια, παρωπίδες, σέλες κ.λ.π. Ξεκινούσαν από τα γύρω συνήθως χωριά με τα ζώα τους, για να είναι νωρίς στο Παζάρι, σέρνοντας τ' άλογα, τα μουλάρια, τα γαϊδούρια, τα βόδια και οδηγώντας τα ρε λίγο χόρτο, τριφύλλι ή καλαμπόκια που κρατούσαν.
Έρχονταν ακόμη οι ζωέμποροι κι οι χασάπηδες, που ακροβολίζονταν στις εισόδους της πόλης, για να δουν το εμπόρευμα και να καθορίσουν, κατά το πλήθος της προσφοράς, τις τιμές. Δεν ‘λείπαν ποτέ οι «τσαμπάσηδες», που καβάλα στο άλογό τους έσερναν τα άλλα δεμένα στη σειρά. 
Ήταν αυτοί επαγγελματίες έμποροι κυρίως αλόγων, που περιποιημένα στη χαίτη και την ουρά τα παρουσίαζαν για να πείσουν ή να παραπλανήσουν τον αγοραστή. Πολλές φορές η παραπλάνηση γινόταν με ισχυρά ναρκωτικά, όταν τα ζώα ήταν άγρια ή με καυτηρίαση των δοντιών με νιτρικό άργυρο, για να κρύψουν την ηλικία τους. 
Δεν έλειπαν ακόμη οι «τσασίτηδες», ειδικοί για την κλάση του αλόγου και την ηλικία του, που με πολλούς τρόπους απέκρυπταν οι πωλητές.
Τα μικρά ζώα, αρνιά, κατσίκια αγοράζονταν σε μεγάλες συνήθως ποσότητες από χονδρεμπόρους της Πάτρας και της Αθήνας. Κατά τη μεταφορά τους έπρεπε να φορτωθούν στα καΐκια, για να διαπεραιωθούν στην απέναντι ακτή. 
Κατά τη φόρτωσή τους, καθώς αυτά αντιδρούσαν να περάσουν τον «πόντε» του καϊκιού, εξελίσσονταν σκηνές απείρου κάλους, καθώς οι ναυτικοί βιάζονταν να τα φορτώσουν... 
Τη φθίνουσα αυτή πορεία της ζωοπανήγυρης ακολούθησαν και τα με αυτή συνδεμένα επαγγέλματα, που έχουν πια χαθεί.

Η Θρησκευτική Άποψη…

Όλες αυτές τις προεόρτιες ημέρες, οι ντόπιοι περνούσαν από την εκκλησία του Πολιούχου, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για τον καθαρισμό και το στολισμό. 
Ο νεωκόρος, υπεύθυνος αυτός για την καθαριότητα, προκαλούσε. με διάφορους τρόπους την άμιλλα των παιδιών, για να λάμπουν τα μανουάλια, τα καντήλια και όλα τα ιερά σκεύη του ναού, ενώ απ' την παραμονή το πρωί η μακαρίτισσα Μαρία του Βουτσινά, με τις φίλες της στόλιζαν το Εικονοστάσι του Αγίου και το τέμπλο με λουλούδια, που έφερναν τα παιδιά απ' τους κήπους των σπιτιών καθώς και την είσοδο του ναού με μύρτα. 
Άστραφτε το δάπεδο του ναού με τη φροντίδα του καντηλανάφτη Γιώργου Φαναρά -το επίθετο του ήταν Αλεξανδρόπουλος- και της γυναίκας του της κυρά Αρετής.
Εκεί που είναι τώρα το Ιερό, ήταν στο ισόγειο του παλαιού ναού το εργαστήρι, όπου ο κυρ Γιώργος έφτιαχνε τα κεριά, λειώνοντας σ' ένα καζάνι τα μισό -καμένα, για να υπάρχει επάρκεια τις ημέρες εκείνες για τους κατοίκους της πόλης και τους πανηγυριστές, που ήθελαν ν' ανάψουν το κερί ή τη λαμπάδα τους στη χάρη του Αϊ Δημήτρη.
Κατά τις 10 η ώρα, το πρωί της παραμονής, άρχιζε η κωδωνοκρουσία. 
Ο ναός, τζαμί στα χρόνια της οθωμανικής κατοχής, καθιερωμένος μετά την απελευθέρωση, ενδυνάμωνε το θρησκευτικό συναίσθημα, με τις παλαιές εικόνες, που απέπνεαν τη μυσταγωγία του θείου, με το ημίφως που βασίλευε στο εσωτερικό του, με τα αναμμένα στο τέμπλο καντήλια του λαδιού, που η φλόγα τους αναβοσβήνοντας συντηρούσε το συναίσθημα της ψυχικής και πνευματικής αφοσίωσης. 
Μια εκκλησία, στην οποία κύματα - κύματα εισέρχονταν οι πιστοί σε κείνο το πραγματικό αδιαχώρητο, με τη συμμετοχή των ιερέων όλων των εκκλησιών της πόλης, που την ημέρα αυτή δεν λειτουργούν. Κι ύστερα η λιτανεία της ιερής εικόνας του Αϊ Δημήτρη, με τη συμμετοχή μαθητών των σχολείων και προπορευόμενα όλα τα λάβαρα και τη μουσική. Σε δυο -τρεις στάσεις ανέπεμπε ο ιερός κλήρος τις δεήσεις.
Κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας πραγματοποιούνταν τα ταξίματα. 
Το καθιερωμένο τάξιμο ήταν ή μία πολύ μεγάλη λαμπάδα, που την άναβαν μπρος στην εικόνα του Αγίου, σε εκδήλωση ευχαριστίας για την απόκρουση κινδύνου ή τη διάσωση από ασθένεια ή και την επάνοδο μετά μακρά απουσία, ή το ζώσιμο της εκκλησίας. 
Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο ταμένος, δένοντας ένα κέρινο κουβάρι στην πόρτα, έφερνε γύρω την περίμετρό της, ανάλογα με πόσες φορές είχε ταχθεί, παραδίνοντας στο τέλος το κέρινο αυτό κουβάρι στο παγκάρι με τους επιτρόπους. 
Προς το τέλος της λειτουργίας, τοποθετούσαν τ' αβάφτιστα παιδιά ανάλογα, τ' αγόρια μπροστά στην εικόνα του Χριστού, τα κορίτσια στην εικόνα της Παναγίας και ο ενδιαφερόμενος να γίνει «νουνός» άφηνε πάνω στο παιδί το μαντήλι του, στο οποίο είχε δέσει ένα χρηματικό ποσό, δείγμα αυτό ανάληψης του μυστηρίου της βάπτισης. Η βάπτιση γινόταν ομαδική, στην πρώτη κολυμβήθρα των αγοριών και στη δεύτερη των κοριτσιών.
Στο τέλος της λειτουργίας ο ιερέας σήκωνε το «ύψωμα» από τη λειτουργιά του εορτάζοντα και μνημόνευε το όνομα του, «υπέρ υγείας και μακροημερεύσεώς» του, ενώ ορισμένοι καλούσαν στο σπίτι τον ιερέα, για το «ύψωμα».
Όλη την εβδομάδα της Εμποροπανήγυρης η εκκλησία του Αϊ Δημήτρη παρέμενε ανοιχτή, απ' το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, γιατί και οι επισκέπτες του Παζαριού περνάν πρώτα από την εκκλησία, για να προσευχηθούν και ν' ανάψουν το κερί της παράκλησης και της ευχαριστίας στον Αφέντη Αϊ Δημήτρη.

Βόλτα στο παρελθόν… 

Η Εμποροπανήγυρη άρχιζε από το κέντρο της πόλης, όπου στα νοικιασμένα για τις λίγες ημέρες του Παζαριού μαγαζιά, οι έμποροι της Θεσσαλίας και της Αράχωβας του Παρνασσού είχαν απλωμένη και κρεμασμένη την ποικιλόχρωμη πραμάτεια τους: κουβέρτες, βελέντζες, σαΐσματα, πάντες, χράμια, υφαντά χαλιά, ενώ, προχωρώ­ντας οι τσαγκάρηδες είχαν απλωμένα και κρεμασμένα, μέσα και έξω από το μαγαζί παπούτσια, προοριζόμενα για τους κατοίκους των γύρω χωριών, όπως αρβύλες και βλαχοπάπουτσα με προεξέχουσες στις σόλες και τα τα­κούνια, πρόκες. 
Κι όσο προχωρούσε κανείς συναντούσε με ίδια εμπορεύματα μαγαζιά, που εναλλάσσονταν με εκείνα υφασμάτων κυρίως βαμβα­κερών ή άλλων με μαντλότα, κάπες αδιάβροχες από τραγόμαλλο, τσουράπια, σκούφιες...
Φθάνοντας στο Κεφαλόβρυσο και ιδιαίτερα στις παράγκες της πλατείας, που προς το τέλος της κυριαρχούσαν τα γυαλικά και τα μαχαιροπήρουνα. 
Μπροστά στις παράγκες έστεκαν οι πωλητές που διαλαλούσαν τα εμπορεύματα, τη ποιότητα και τις φθηνές τιμές, σκαρώνοντας διάφορα τετράστιχα. 
Στο βορεινό μέρος της πλατείας, προς τη λίμνη, που σήμερα δεν υπάρχει, διάφορα αγροτικά προϊόντα κάστανα, καρύδια, μύγδαλα και λογής - λογής βότανα, που θεράπευαν τα πάθη... Σ' αυτή την περιοχή ήσαν εγκατεστημένοι, συνήθως πρόχειρα, οι χαλκιάδες με απλωμένη την πραμάτεια τους: τσαπιά, τσάπες, κασμάδες, σκαλι-στήρια, κοσιές, τσεκούρια, χαντζάρια κλπ.
Οι χαλκιάδες απ' τα Σάλωνα, την Άρτα, τα Γιάννινα και το Καρπενήσι έδιναν κάθε χρόνο το «πα­ρών».

Η διασκέδαση…

Ανατολικότερα προς τη σημερινή πλατεία Οξύλου, στην ίδια πάντα θέση οι αθίγγανοι με τις πολύχρωμες φο­ρεσιές των γυναικών και τα τσεμπέρια στο κεφάλι, που πάσκιζαν να βρουν τις αφελείς και ευκολόπιστες, για να τους πουν τη μοίρα τους στα χαρτιά και τις ρυτίδες της παλάμης, με απλωμένο το εμπόρευμα από μύλους του κα­φέ, σήτες, κόσκινα και καλάθια λογιών - λογιών, για την μπουγάδα και τον τρυγητό. Δεν έλειπε φυσικά η πιο εν­διαφέρουσα παρουσία του αθίγγανου με τη μαϊμού, που χόρευε αναπηδώντας σ' ένα στύλο, ούτε και η παρουσία της αρκούδας, που άλλοτε χόρευε στα δυο πισινά της πό­δια, άλλοτε να μιμείται, κατά τα παραγγέλματα, την κοπέ­λα, που μπροστά σ' ένα καθρεφτάκι φτιαχνόταν για να συ­ναντήσει το γαμπρό και όλα αυτά βέβαια έναντι κάποιου φιλοδω­ρήματος του φιλοθεάμονος κοινού...
Δεν έλειπαν ακόμη από το Παζάρι τα τυχερά παιχνίδια: Οι λοταρίες, που έπαιζε κανείς στα χρώματα των αριθμών άσπρα και μαύρα, και στους αριθμούς 1, 2, 3, 4, ανάλογα που ποντάριζε κανείς και που σταματούσε ο περιστρεφό­μενος δείκτης, που ο λοταριτζής είχε τη δυνατότητα να κατευθύνει με κρυφές επεμβάσεις στην επιφάνεια της λοταρίας, παίζονταν χρήματα, κουτιά με λουκούμια, με τσι­γάρα και ρολόγια, εξ ου και το λεγόμενο «το πήρε ο βλά­χος το ρολόι, το πήρε και το κομπολόι», που κέρδισε μόνο ο αβανταδόρος, παίκτης πάντα της λοταρίας... 
Ύστερα το τυχερό παιχνίδι της «φακής», που έπρεπε ο παίχτης να βάλει στην τρύπα τη φακή, για να κερδίσει, και το παιχνί­δι του «Παπά», στο οποίο έπρεπε να βρεις το φάντη ανά­μεσα στα τραπουλόχαρτα που σκόρπιζαν λέγοντας «εδώ ο παπάς, εκεί ο παπάς, που είναι ο παπάς;» ο παπάς που ήταν πάντα άφαντος, εκτός αν το παιζόμενο ποσό ήταν μι­κρό, για να προσελκυστούν πελάτες. 
Στην ίδια περιοχή ήταν τα σκοπευτήρια, με κέρδος γλυκά ή τσιγάρα, και οι κρίκοι, που, αν έμπαιναν στο λαιμό της μπουκάλας με το ποτό, την κέρδιζες, πολύ δύ­σκολα όμως.                                                                                                               
Και δεν έλειπαν από το παζάρι μας οι διάφοροι ξένοι επαίτες, που έβρισκαν πρόσφορο έδαφος τις πανηγυριώτικες ημέρες
Τις πανηγυριώτικες ημέρες κατέφθανε κι άρχιζε αμέσως τις παραστάσεις κάποιος καραγκιοζοπαίκτης, που μέρα με τη μέρα εξαντλούσε το ρεπερτόριο του. 
Ο ντελάλης γνωστοποιούσε την έναρξη της παράστασης, συνήθως σε κάποια μεγάλη σάλα, όπου στηνόταν το πανί. Ήταν μερακλήδες οι καραγκιοζοπαίκτες εκείνου του καιρού, καλλίφωνοι στα τραγούδια τους, που κάποιος Βοηθός σιγοντάριζε συνήθως με το μαντολίνο του. 
Μια χρονιά διαλαλούσαν μέρες το έργο «Ο Καραγκιόζης και το κανόνι». Πράγματι, στη βραδινή παράσταση έσκασε το κανόνι στα χέρια του ατρόμητου καραγκιόζη, που ο αντίλαλος του ακουγόταν και την άλλη μέρα στην οδό Μεζεδίων, καθώς νύχτα - νύχτα εγκατέλειψαν την πόλη, αφήνοντας απλήρωτο το χρέος τους στον ταβερνιάρη, όπου έτρωγαν...
Ένα μικρό θεατράκι συνήθως δεν έλειπε, παρουσιάζοντας με τον ολιγομελή του θίασο ασύνδετες μεταξύ τους σκηνές από επιθεωρήσεις με κάποια νέα τραγουδίστρια, για κράχτη...
Στα χρόνια του μεσοπολέμου, οι αδελφοί Γιάννης και Κώστας Καρανικόλας, αδέλφια από την Αράχωβα Ναυπακτίας, στέριωναν το δικό τους θέατρο στην πλατεία Φαρμάκη -περιφραγμένο και με καθίσματα και σκηνή- που παρουσίαζε τις επιθεωρήσεις του με τη συμμετοχή και παλιάτσων με τα αυτοσχέδια έξυπνα πειράγματά τους. Ο Γιάννης, ένας γεροδεμένος νέος, ακινητοποιούσε κατά τη νυχτερινή παράσταση τα δεμένα απ' τα μπράτσα του δυο αυτοκίνητα, που βούιζαν οι μηχανές τους από το πολύ γκάζι, και τράνταζαν τον τόπο, ενώ στην πραγματικότητα οι δύο ρόδες, που είχαν την κίνηση, δεν ακουμπούσαν στο έδαφος.
Πιο πέρα, προς το Κεφαλόβρυσο, ήταν το «Πανόραμα», προάγγελος του κινηματογράφου. Είχε από κάθε  πλευρά της υπερυψωμένης κατασκευής του, τρεις θέσεις, κάθε μία αντί δύο δραχμών, μ' ένα στρογγυλό γυαλί απ' το οποίο έβλεπες τις φωτογραφίες, που γύριζε μ' ένα μοχλό ο πανοραματζής, με τα ωραία ανέκδοτα: «Και τώρα βλέπετε τη Σμύρνη, όπως ήταν πρώτα, και τώρα στις φλόγες... Και τώρα, προσέξτε, βλέπετε επίθεση Αράβων, εν μέσω της νυκτός κατά του Μαυροβουνίου».
«Δεν βλέπω τίποτα, μπάρμπα», αναφωνούσε ο μικρός, γιατί φαίνεται δεν είχε το Πανόραμα άλλες φωτογραφίες. Κι εκείνος, άνθρωπος της πιάτσας, συνέχιζε:
«Τι να δεις, μικρέ. Μαύρο το βουνό, μαύροι οι Αράπηδες, μαύρη - πίσσα η νύχτα τίποτε δεν φαίνεται». Και η παράσταση είχε τελειώσει...
Δεν έλειπε ποτέ από τις πανηγυριώτικες ημέρες και ο γνωστός «φιδάς», που κρατώντας στα χέρια του και στην αγκαλιά του διάφορα φίδια, προσπαθούσε να προσελκύσει αγοραστές για τη «φιδόσκονή του».
Στο Κεφαλόβρυσο, προς τα ανατολικά, όπου περίπου η σημερινή πλατεία Οξύλου, ήσαν εγκατεστημένα άλλα θεάματα: «Ο γύρος του Θανάτου» με τη μοτοσυκλέτα όπου έπρεπε να περιμένεις μέχρι που να συγκεντρωθεί ικανός αριθμός θεατών για να πραγματοποιηθεί ο γύρος· το «κλουβί με τα φίδια» και κάποια χρονιά «Η άγρια γυναίκα της Αφρικής».
Τα καΐκια στο λιμάνι πηγαινοέρχονταν στις απέναντι ακτές του Μωριά μεταφέροντας επισκέπτες, που δεν έχαναν την ευκαιρία ν' απολαύσουν την «γουρνοπούλα της σούβλας», την μπύρα του Μάμου απ' το βαρέλι και τα φημισμένα επαχτίτικα κρασιά, που από νωρίς διαλαλούσαν οι ντελάληδες. Οι ταβερνιάρηδες, για το χρώμα του κρασιού τους είχαν ανηρτημένη, απ' έξω, μια μικρή σημαιούλα, κόκκινη για τα μαύρα, τα μπρούσκα, και λευκή για τα λευκά κρασιά.
Τα βράδια, στα πρόχειρα για τις ημέρες μαγαζιά, κλαρίνα και βιολιά και σ' άλλα νταούλια και πίπιζες, που ξεκούφαναν με το δυνατό και οξύ αχό τους. Όλοι ήθελαν να μπούνε στο χορό και περίμεναν μέχρι που νάρθει η σειρά τους. Κι όταν έμπαιναν στο χορό οι Περιστιάνες κι οι Πλατανιώτισσες με τις γραφικές στολές τους, συνωθούνταν ο κόσμος, μέσα κι έξω, για να καμαρώσει τις κορμοστασιές και το χορό τους.
Οι «λεφτάδες», κατά κανόνα παλαιοί Επαχτίτες, προτιμούσαν τα «Καφέ Αμάν» με το βιολί, το σαντούρι, το λαγούτο και τη φυσαρμόνικα, για ν' ακούσουν τον «αμανέ» τους ή ένα «σαρκί» ή ένα «σαμπά», με προτίμηση «Τ' Αλεπασίτικα» και να καμαρώσουν τις χορεύτριες, τις «πριμαντόνες», που με το ντέφι τους τραγουδούσαν και χόρευαν στο παλκοσένικο, στο καφενείο του Παναγάκια, στο λιμάνι, ή στου Ρούγκα, στην έξω πλατεία.
Δεν έλειπαν από το επαχτίτικο παζάρι και οι πλανόδιοι φωτογράφοι, με τις μηχανές τους που απαθανάτιζαν άλλοτε «κάποιο αίσθημα». Μπροστά από τη στημένη φωτογραφική μηχανή μια ζωγραφισμένη καρδιά, από πλανόδιο ζωγράφο, μ' ένα βέλος που τη διαπερνούσε συμβολίζοντας βαθύ ερωτικό δεσμό. 
Παράμερα, η ζωγραφιά ενός αεροπλάνου με κενή τη θέση του πιλότου, στην οποία ποζάριζε ο ονειροπαρμένος μελλοντικός υποψήφιος αεροπόρος, εξωτερικεύοντας έτσι το μύχιο πόθο του. Κι άλλοτε η συντροφιά των συμμαθητών και φίλων ή και των συγγενών, που επισφράγιζαν με τον τρόπο αυτόν τη σχέση τους ως ενθύμιο για τα κατοπινά τους χρόνια.
Απ' ότι οι παλαιότεροι διηγούνται για τις ημέρες του Παζαριού, φαίνεται πως αυτό είχε ένα άλλο νόημα στις διανθρώπινες σχέσεις, με περισσότερο εκφραστική τη λαϊκή ψυχή, αν θελήσει κανείς να κάνει τη σύγκριση με τη σημερινή οικονομίστικη λογική, που όλα τα έχει μετατρέψει σε χρηματικές σχέσεις.
http://www.emprosnews.gr/news_Full.asp?articleID=3022

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Template Design by Psykos Dimitris